Η Kατάληψη στο Μπίνειο δεν έχει καμία σχέση με τη χρησιμοποίηση και δημοσιοποίηση του υλικού που ανεβαίνει στο blog της από άλλα εμπορευματικά ή μη μέσα. Αντιθέτως, επιθυμεί η δημοσιοποίηση που τυγχάνουν οι δραστηριότητες και εκδηλώσεις της να γίνεται από μέσα που η ίδια επιλέγει και προάγουν τον κοινωνικό ανταγωνισμό.
O Φρανκ Μασίν μετά από εξάμηνη θεραπεία αποτοξίνωσης από τα ναρκωτικά, επιστρέφει στη γειτονιά όπου διέμενε, για να συναντήσει τον πιστό του φίλο Σπουργίτι, την ανάπηρη γυναίκα του Ζας και την αγαπημένη του Μόλλυ. Θα προσπαθήσει να αλλάξει ζωή διεκδικώντας μία καινούρια δουλειά ως ντράμερ, αλλά οι συναισθηματικές πιέσεις της Ζας και οι παλιές παρέες τον θέλουν πάλι πίσω, ως κρουπιέρη σε λέσχες και εξαρτημένο από τα ναρκωτικά.
«Κάποιοι υποστηρίζουν πως το κάψιμο ενός περιπολικού δεν είναι πολιτική πράξη, πως το να λεηλατείς ένα κατάστημα είναι ατομισμός και καγκουριά, πως το να σπας τζαμαρίες είναι ανεύθυνο. Όσοι λένε πως όλα αυτά είναι απολίτικα ζουν σʼ αυτήν την πόλη με τα μάτια κλειστά, δεν βλέπουν την τεράστια και αυξανόμενη ανισότητα και την κοινωνική και πολιτική καταπίεση»
Καλοκαίρι στην Αγγλία του 1983, της Θάτσερ, του πολέμου των Φόκλαντ και της υψηλής ανεργίας. Ο Σον, δωδεκάχρονο παιδί μιας φτωχής οικογένειας που έχει χάσει τον πατέρα του στον πόλεμο, τριγυρνάει στο Γιορκσάιρ χωρίς φίλους και διωγμένος από το σχολείο του. Εύκολη λεία για την τοπική συμμορία των σκίνχεντ, δηλαδή, η οποία θα τον κάνει να νιώσει ότι επιτέλους ανήκει κάπου. Άψογος γνώστης της εποχής και της κοινωνικής τάξης που απεικονίζει, ο Σέιν Μέντοους αποφεύγει να κριτικάρει το νεαρό και αδύναμο ήρωά του, προτιμώντας να εντάξει την προσωπική του ιστορία στο γενικότερο πλαίσιο πολιτικών ταραχών και διαμόρφωσης μιας νέας ποπ κουλτούρας.
Το κείμενο που γράφτηκε μέσα από τις διαδικασίες των ανοιχτών συνελεύσεων που είχαν προηγηθεί και μοιράστηκε στη μικροφωνική και κατά την διάρκεια της πορείας στις 6 Δεκέμβρη.
Η δυνατότητα για την έφοδο στον ουρανό: Παρουσίαση της εξέγερσης του Δεκέμβρη μέσα από τις πράξεις και το λόγο των ίδιων των εξεγερμένων. Η οργή αντικαθιστά τα δάκρυα: “…χωρίς να μιλάει από τη σκοπιά του δήθεν αντικειμενικού παρατηρητή αλλά από αυτή του άμεσα συμμετέχοντα και παίρνει ξεκάθαρα θέση: υπέρ της εξέγερσης …προσπαθεί έτσι να συμβάλλει στη διατήρηση της κινηματικής μνήμης απέναντι στη σιωπή και την πλαστογραφία που θέλει να επιβάλλει η κάθε εξουσία.”
Ένας σκηνοθέτης, ο Σεμπάστιαν, πηγαίνει στην Βολιβία για να γυρίσει μια ταινία για τον Χριστόφορο Κολόμβο, πέρα από τον μύθο. Για τον εξερευνητή των θαλασσών που δεν ήθελε απλά να εκχριστιανίσει τους ινδιάνους, αλλά είχε εμμονή με το χρυσό και έκανε σκλάβους τους ιθαγενείς που του αντιστάθηκαν. Όμως, στην πόλη όπου πραγματοποιούνται τα γυρίσματα, τα αποθέματα νερού πωλούνται σε μια πολυεθνική και οι ιθαγενείς καλούνται 500 χρόνια μετά από την έλευση του Κολόμβου να παλέψουν όχι για το χρυσάφι αυτή τη φορά, αλλά για το πιο απλό αλλά πολύτιμο αγαθό, το νερό.
Τετάρτη 16/11 στις 21:00: Κοινωνικοί και εργατικοί αγώνες 1974–1980
Το ντοκιµαντέρ αυτό, αρκετά επίκαιρο µέχρι την εποχή µας, αναφέρεται στους κοινωνικούς και εργατικούς αγώνες λίγο µετά την πτώση της χούντας και αποτελεί ένα πραγµατικό ιστορικό ντοκουµέντο των αγώνων της εργατικής τάξης εκείνης της περιόδου. Η δικτατορία είχε απαγορεύσει όλες τις απεργίες και εργατικές κινητοποιήσεις, ακόµα και την ύπαρξη κοµµάτων.
Αυτό είχε ως αποτέλεσµα µετά την πτώση της να ξεσπάσουν αυθόρµητοι εργατικοί αγώνες που δεν ελέγχονταν από τα κοµµατικά επιτελεία. Αυτοί οι αυθόρµητοι και αυτοοργανωµένοι αγώνες που πολλές φορές έπαιρναν και τα χαρακτηριστικά άγριων απεργιών, καταλήψεων κλπ έφτασαν λίγο πολύ να διεξάγονται µέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘80. Από κει και πέρα άρχισε ο κοµµατικός εναγκαλισµός των σωµατείων από όλα τα κόµµατα µε στόχο τη διαχείριση της εργατικής τάξης µέσα στα όρια του συστήµατος. Τις συνέπειες αυτής της διαχείρισης τις ζούµε µέχρι σήµερα. Παράλληλα, είναι επίκαιρο γιατί δείχνει µε εµφανή τρόπο τους πρώτους αγώνες που έκαναν µαζί Έλληνες και ξένοι εργάτες.
Απόσπασµα από την εισήγηση του πολιτικού καφενείου:
Για παράδειγµα ένα τέτοιο είναι ότι στην πραγµατικότητα δεν ήταν εξέγερση κανενός «ελληνικού λαού» το τριήµερο, όπως κανένας «ελληνικός λαός» δεν αντιστάθηκε στην πραγµατικότητα στην χούντα (όπως δεν αντιστέκεται σήµερα κανένας «ελληνικός λαός» στην δηµοκρατία). Αυτοί που συµµετείχαν στο τριήµερο ήταν κάποια κοινωνικά κοµµάτια, κυρίως φοιτητές, µαθητές και νέοι εργάτες, όπως και το παλιό πολιτικό κοµµάτι των Ιουλιανών. Αν και εξαιρετικά φιλελεύθερη η ελληνική χούντα σε σχέση για παράδειγµα µε τις αντίστοιχες της λατινικής αµερικής (το να συγκρίνεις την χούντα του Παπαδόπουλου µε την χούντα του Πινοσέτ στο πεδίο της καταστολής, είναι σαν να συγκρίνεις το Γκουαντανάµο µε τα κελιά των κρατούµενων της 17Ν), εκείνο το βράδυ «υπερέβαλε» (ως όφειλε…): φράγµατα πυρός, ελεύθεροι σκοπευτές, τανκς, αύρες, τµήµατα του στρατού, πρέπει να άφησαν πίσω τους κοντά στους 4000 νεκρούς. Η επίσηµη ιστορία που έχει ένα νεκρολόγιο µε 60 ονόµατα και οι γελοιότητες του Πασαλάρη (που µιλάει για ελάχιστους νεκρούς), δεν αλλάζουν µια βασική αλήθεια: αυτή που λέει για παράδειγµα ότι το ΚΚΕ απέτρεπε επίµονα τα µέλη του (και ξέρουµε όλοι ότι έχει την δυνατότητα για κάτι τέτοιο) να µην δηλώσουν τους νεκρούς τους, µια που το καθεστώς βρισκόταν ήδη σε διαδικασία φιλελευθεροποίησης και η νοµιµοποίηση του Κόµµατος ήταν ήδη φανερή στον ορίζοντα, οπότε τέτοιου είδους εντάσεις (όπως ο καταλογισµός των νεκρών), δεν ήταν συµβατές µε την στρατηγική του. Ένα άλλο γεγονός είναι ότι στην εξέγερση εκφράστηκαν από διαφορετικά κοµµάτια των ανθρώπων που συµµετείχαν, εντελώς ανοµοιογενή αιτήµατα, που υπερασπίστηκαν και από εντελώς διαφορετικές πολιτικές συµπεριφορές: όταν η µικρή Μαρία έπαιζε µε τα µικρόφωνα της συντονιστικής και εξέφραζε όλο το βάθος της ρηχής πολιτικής κουλτούρας της («αδέρφια µας στρατιώτες», κ.α.), κάποιοι ετοιµάζανε µολότωφ στην αυλή του ιδρύµατος. Και όταν ο ευαίσθητος Παπαχρήστου (που έχει το ανυπέρβλητο θράσος να επιµένει στην πρωτοπορία της πλαστογράφησης µε το φίλο του τον Λαλιώτη και να το παίζει παράλληλα και επαναστάτης) τραγουδούσε τον εθνικό ύµνο, κάποιοι είχαν πανό στα κάγκελα που έγραφαν «Κάτω το κράτος», ή «Ζήτω η παρτούζα». Όπως και όταν κόσµος καθότανε και έτρωγε ξύλο, ή περίµενε το Λαλιώτη να διαπραγµατεύεται µε την αριστερά την παράδοση του ιδρύµατος στους µπάτσους, κάποιοι πολιορκούσαν υπηρεσίες και υπουργεία, ή µπλόκαραν όλο το βράδυ την Αλεξάνδρας µε οδοφράγµατα από αυτοκίνητα, εµποδίζοντας τα τανκς να κατεβούν από αυτή την πλευρά.